αβακής

ἀβακής -ές (Α) (αιολ. αιτ. ἀβάκην)
συνήθως ερμηνεύεται: ήρεμος, ήσυχος, πράος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < - στερητ. + βάζω (= ομιλώ), οπότε ἀβακής = άλαλος, άφωνος (πρβλ. Ησύχ.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀβακής — speechless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβακέως — ἀβακής speechless adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβάκα — Φυτό της οικογένειας των μουσιδών, ιθαγενές των Φιλιππίνων. Η επιστημονική ονομασία του είναι μούσα η κλωστική. Έχει μεγάλη σημασία για τη βιομηχανία, γιατί από τον κολεό των φύλλων του βγαίνει η λεγόμενη κάνναβις της Μανίλας, κλωστικό υλικό… …   Dictionary of Greek

  • αβακέω — ἀβακέω (Α) [ἀβακής] (μόνο στον αόρ.) συνήθως ερμηνεύεται: δεν δίνω προσοχή …   Dictionary of Greek

  • ἀβακίων — ἀβάκιον slabs neut gen pl ἀβακής speechless masc/fem/neut gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.